βασιλεύω


βασιλεύω
царствую

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "βασιλεύω" в других словарях:

  • βασιλεύω — to be king pres subj act 1st sg βασιλεύω to be king pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βασιλεύω — βασιλεύω, βασίλεψα βλ. πίν. 17 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • βασιλεύω — (AM βασιλεύω) Ι. 1. είμαι ή γίνομαι βασιλιάς 2. ασκώ τη βασιλική εξουσία ή (γενικότερα) κυβερνώ, διοικώ 3. ζω βασιλικά, με βασιλική άνεση μσν. νεοελλ. 1. δύω («ο ήλιος βασιλεύει κι η μέρα σώνεται», «βασίλευσεν ὁ ἥλιος κι ἔφθασεν ἡ ἑσπέρα») 2.… …   Dictionary of Greek

  • βασιλεύω — [василэво] р. царствовать, королевствовать …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • βασιλεύω — εψα, βασιλεμένος 1. είμαι βασιλιάς ή διοικώ ως τέτοιος: Ο τωρινός βασιλιάς βασιλεύει επί μισό αιώνα. 2. ακμάζω, κυριαρχώ: Στην εποχή μας βασιλεύουν οι επιτήδειοι. 3. δύω: Ο ήλιος βασιλεύει στη δύση …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • βασιλεύσετον — βασιλεύω to be king aor subj act 3rd dual (epic) βασιλεύω to be king aor subj act 2nd dual (epic) βασιλεύω to be king fut ind act 3rd dual βασιλεύω to be king fut ind act 2nd dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βασιλεύεσθε — βασιλεύω to be king pres imperat mp 2nd pl βασιλεύω to be king pres ind mp 2nd pl βασιλεύω to be king imperf ind mp 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βασιλεύετε — βασιλεύω to be king pres imperat act 2nd pl βασιλεύω to be king pres ind act 2nd pl βασιλεύω to be king imperf ind act 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βασιλεύσει — βασιλεύω to be king aor subj act 3rd sg (epic) βασιλεύω to be king fut ind mid 2nd sg βασιλεύω to be king fut ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βασιλεύσουσι — βασιλεύω to be king aor subj act 3rd pl (epic) βασιλεύω to be king fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) βασιλεύω to be king fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βασιλεύσουσιν — βασιλεύω to be king aor subj act 3rd pl (epic) βασιλεύω to be king fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) βασιλεύω to be king fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)